Ο Στέλιος είχε μια ρουτίνα. Ξυπνούσε, έφτιαχνε καφέ, άνοιγε το λάπτοπ, έβαζε ακουστικά, δούλευε. Κάθε μέρα. Ίδιες κινήσεις. Ίδιες ώρες. Ίδιες εφαρμογές. Ίδια μουσική. Ίδια φράση στο στόμα του: «Πάμε άλλη μια μέρα.»
Μια Τρίτη, καθώς έβαζε τα ακουστικά, ένιωσε κάτι περίεργο. Δεν ήταν ο ήχος. Ήταν η απουσία του. Η μουσική έπαιζε, αλλά δεν τον άγγιζε. Σαν να μην περνούσε μέσα του. Σαν να μην είχε καμία επίδραση. Σαν να μην υπήρχε.
Άρχισε να παρατηρεί. Το κουτάλι στο φλιτζάνι δεν έκανε ήχο. Το πληκτρολόγιο δεν είχε αντίσταση. Το ποντίκι δεν έκανε «κλικ». Όλα λειτουργούσαν. Αλλά τίποτα δεν αντιδρούσε.
Πήγε στο μπάνιο. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ήταν εκεί. Αλλά δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε αναγνώριση. Ούτε απόρριψη. Ούτε φόβο. Ούτε χαρά. Ήταν σαν να έβλεπε κάποιον που απλώς χρησιμοποιούσε το σώμα του.
Τις επόμενες μέρες, η αίσθηση μεγάλωσε. Δεν ήταν κατάθλιψη. Δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν αποσύνδεση. Σαν να είχε ξεκολλήσει από την πραγματικότητα. Σαν να ήταν παρών χωρίς να είναι μέσα.
Και τότε, άρχισε να βλέπει τον εαυτό του να κάνει πράγματα που δεν θυμόταν να κάνει. Το λάπτοπ ήταν ανοιχτό σε αρχεία που δεν είχε γράψει. Το ψυγείο είχε φαγητά που δεν είχε αγοράσει. Το κινητό του είχε κλήσεις που δεν είχε κάνει. Όλα κανονικά. Όλα λογικά. Αλλά τίποτα δικό του.
Μια μέρα, βρήκε ένα σημείωμα στο γραφείο του. Με τον γραφικό του χαρακτήρα. Έλεγε:
«Μην προσπαθείς να θυμηθείς. Δεν ήσουν εσύ. Ήσουν απλώς παρών.»
Ο Στέλιος δεν ξαναμίλησε. Δεν ξαναρώτησε. Δεν ξαναέψαξε. Γιατί κατάλαβε: Δεν είχε χάσει τον εαυτό του. Ο εαυτός του είχε φύγει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου