Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2025

🕰️ Η Ώρα που Δεν Υπάρχει


Ο Μάνος είχε ένα παλιό ρολόι τσέπης, κληρονομιά από τον παππού του. Το ασημένιο κάλυμμα ήταν σκουρασμένο και γδαρμένο, τα γυαλιά θολωμένα από το χρόνο. Οι δείκτες του είχαν σταματήσει για πάντα, πιστευε, στις 3:08 μιας ξεχασμένης απογευματινής. Το κρατούσε σε ένα παιδικό κουτί από ξύλο στο γραφείο του, ένα διαμαντάκι νοσταλγίας. Ή έτσι νόμιζε.

Μια νύχτα, ενώ ξέθαβε ένα παλιό βιβλίο, ένα ηχηρό κλικ έσχισε τη σιωπή του σπιτιού. Το ρολόι είχε ανοίξει μόνο του. Από το βάθος του κουτιού, ένας μηχανικός ήχος ακούστηκε, σαν μια καρδιά από μέταλλο και χάλυβα που ξαναχτυπά μετά από δεκαετίες. Ο Μάνος πλησίασε, μαγνητισμένος. Οι δείκτες δεν πήγαιναν μπροστά. Περιέστρεφαν τρελά, πίσω και μπροστά, σαν να ψάχνουν να θυμηθούν κάτι, να βρουν μια συγκεκριμένη στιγμή στο χρόνο που τους διέφευγε.

Και τότε σταμάτησαν. Στις 4:17.
Ο Μάνος κοίταξε αβίαστα το ρολόι του τοίχου. 4:16 π.μ.
Πριν προλάβει να διανοηθεί ότι ήταν απλή σύμπτωση, το ρολόι τσέπης άρχισε να δονείται στο χέρι του. Μια παγωμένα ζεστή αύρα σηκώθηκε από το αντικείμενο. Και τότε, ο αέρας γύρω του τράβηξε.

Οι τοίχοι του γραφείου δεν άλλαξαν σχήμα, αλλά άλλαξαν χρόνο. Η μπογιά ήταν ξεθωριασμένη, με ρωγμές που δεν υπήρχαν πριν. Το γραφείο του, το αγαπημένο ξύλο μογκαλ, ήταν γδαρμένο και βαθιά σκαμμένο, σαν κάποιος να το ειχε σκαλίσει. Το φως της λάμπας έγινε βαρυ, κιτρινωπό, ραδιενεργό. Μια μυρωδιά σκόνης και σαπίλας έφτασε μέχρι το στόμα του.

Και στο πάτωμα, δίπλα στο πόδι του, μια φωτογραφία. Την σήκωσε με τρεμάμενα χέρια. Ήταν εκείνος, ο ίδιος, αλλά τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερος. Κρατούσε το ίδιο ρολόι τσέπης, ανοιγμένο. Αλλά τα μάτια του… δεν ήταν δικά του. Ήταν κενά, γυαλιστερά και γεμάτα με έναν τρόμο τόσο απόλυτο που ο Μάνος ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται.

Πέταξε την φωτογραφία και τράβηξε την πόρτα. Αυτό που είδε τον έκανε να ουρλιάξει, αλλά ο ήχος χάθηκε σε ένα παχύ, βαμβακερο κουβάρι σιωπής.

Η πόρτα δεν οδηγούσε στο χολ. Οδηγούσε σε έναν άπειρο, σπειροειδή διάδρομο. Σε κάθε πλευρά, από ταβάνι μέχρι πάτωμα, υπήρχαν ρολόγια. Ρολόγια τοίχου, ξυπνητήρια, ρολόγια-κολιέ, ρολόγια-ζώνης. Χιλιάδες. Εκατομμύρια. Όλα, χωρίς εξαίρεση, σταματημένα ακριβώς στις 4:17.

Και από το βάθος αυτού του λαβύρινθου, μια φωνή ψιθύρισε. Ακούστηκε απευθείας μέσα στο μυαλό του, σαν παγωμένο σίδηρο.

«Αυτή είναι η ώρα που δεν έζησες. Η στιγμή που πέθανε ο παππούς σου και εσύ, αντί να είσαι δίπλα του, κοιμόσουν. Η στιγμή που η αγάπη σου σε παράτησε και εσύ έκλεισες τα μάτια σου και προσποιήθηκες ότι δεν πήγανε. Η στιγμή που έκλεισες την πόρτα και άφησες κάποιον έξω. Όλες οι στιγμές που έκλεισες το ρολόι της ζωής σου και τις έριξες σε ένα κουτί. Δεν τις ξεφεύγεις.»

Ο Μάνος έσφιξε το κεφάλι του. «Όχι!»

«Αυτές οι στιγμές πρέπει να βιωθούν. Κανείς δεν τις ξεφορτώνεται. Και για σένα, Μάνο, τώρα… η ώρα έχει πάψει να υπάρχει. Θα τις ζήσεις όλες. Μια προς μια. Για πάντα.»

Το ρολόι τσέπης στην παλάμη του δεν έκλεισε ποτέ ξανά. Ο Μάνος έμεινε εκεί, στον διάδρομο, με τα αμέτρητα ρολόγια να τον κοιτάζουν σαν κρυμμένα μάτια. Καμία πόρτα δεν οδηγούσε πουθενά. Μόνο σε άλλες στιγμές της ζωής του που προσπάθησε να θάψει.

Και κάποιες νύχτες, όταν ο καιρός είναι βαρύς και ο άνεμος σφυρίζει σαν να φέρνει ηχούς από μακρινά ρολόγια, αν κάποιος πλησιάσει πολύ κοντά στο παλιό ξύλινο κουτί στο εγκαταλειμμένο γραφείο, μπορεί να ακούσει ένα απαλό, μηχανικό τικ-τακ.

Και αν είναι αρκετά ατυχής να το ανοίξει, θα δει τους δείκτες να περιστρέφονται.
Προς τις 4:17.
Προς την Ώρα που Δεν Υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου