Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

📻 Το Ραδιόφωνο

Το βρήκα στο πατάρι της γιαγιάς μου, όταν καθάριζα το σπίτι μετά την κηδεία. Ήταν χωμένο πίσω από κουτιά με παλιά ρούχα, ξεθωριασμένες φωτογραφίες και βιβλία που είχαν αρχίσει να λιώνουν από την υγρασία. Ένα παλιό, ξύλινο ραδιόφωνο. Βαρύ, με πλήκτρα από κεχριμπάρι και μια μεταλλική μπάρα που έδειχνε τις συχνότητες. Η πρόσοψή του ήταν ραγισμένη, και το ξύλο είχε σκουρύνει από τον χρόνο. Το πήρα σπίτι για διακόσμηση. Δεν είχα σκοπό να το χρησιμοποιήσω. Δεν φαινόταν καν να λειτουργεί.

Την πρώτη νύχτα, ενώ διάβαζα, άκουσα ένα βουητό γεμάτο παράσιτα. Το ραδιόφωνο είχε ανάψει από μόνο του. Η μπάρα είχε σταματήσει σε μια τυχαια συχνότητα Από το ηχείο, ακούστηκε ένας ψίθυρος:

«Εδώ... είναι κρύο.»

Ήταν τόσο αχνό, που σχεδόν το απέδωσα σε παραίσθηση. Το έκλεισα. Την επόμενη νύχτα, συνέβη ξανά. Η ίδια γραμμή. Η ίδια φωνή, αλλά πιο ευκρινής:

«Μπορείς να με ακούσεις;»

Άρπαξα το ραδιόφωνο για να το ξηλωσω απο την πρίζα. Η φωνή έγινε πιο επιτακτική, πιο πανικόβλητη:

«Βγάλε με από εδώ! ΒΓΑΛΕ ΜΕ!»

Το πέταξα σε ένα κουτί με σκουπίδια και το άφησα έξω, στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Κι όμως… μπορούσα να ακούσω χτύπους από μέσα. Αδύναμους. Σαν κάτι να κλωτσάει. Και ανάμεσα στους χτύπους, η μπάρα άρχισε να σαρώνει τις συχνότητες μόνη της. Σαν να ψάχνει. Σαν να σαρώνει για έξοδο.

Η φωνή άλλαξε. Δεν ήταν πια ξένη. Ήταν δική μου.

«Είναι... πολύ... σκοτεινά... εδώ... μέσα.»

Πήγα να ανοίξω την πόρτα, να πετάξω το κουτί πιο μακριά. Αλλά το ραδιόφωνο δεν ήταν εκεί. Το κουτί ήταν άδειο. Και τότε, από το σαλόνι, ακούστηκε ξανά το βουητό. Το ραδιόφωνο ήταν στην θεση του. Πάνω στο τραπέζι. Αναμμένο.

Η μπάρα είχε σταματήσει. Η φωνή δεν ψιθύριζε πια. Μιλούσε καθαρά. Με τη δική μου χροιά. Με τη δική μου ανάσα.

«Επιτελους Με έφερες σπίτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου