Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

🪞 Το Καθρεφτίσμα


Η γιαγιά μου, λίγο πριν πεθάνει, μου έδωσε ένα παλιό, χειροποίητο καθρεύτη. Ήταν βαρύ, με σκαλιστή ξύλινη κορνίζα και γυαλί που έμοιαζε να έχει βάθος. Όταν μου το παρέδωσε, με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν σήκωνε αμφισβήτηση.

«Πρόσεχε τι λες μπροστά του, κοριτσάκι μου», είπε. «Τα καθρέφτια δεν ξεχνάνε.»

Το κρέμασα στον τοίχο του χολ. Στην αρχή, όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Ώσπου άρχισα να παρατηρώ λεπτομέρειες. Μικρές, ανεπαίσθητες αποκλίσεις. Πολλές φορές, στο περιφερειακό μου οπτικό πεδίο, έβλεπα το είδωλό μου να κινείται ελαφρώς πριν από μένα. Να γυρίζει το κεφάλι λίγο νωρίτερα. Να χαμογελάει όταν εγώ ήμουν ανέκφραστη.

Στην αρχή το απέδωσα στην κούραση. Στην φαντασία. Στην παραίσθηση. Αλλά όσο περνούσαν οι μέρες, το φαινόμενο γινόταν πιο έντονο. Το είδωλό μου άρχισε να με κοιτάζει με βλέμμα που δεν ήταν δικό μου. Σαν να με παρατηρούσε. Σαν να περίμενε κάτι.


Σήμερα, αποφάσισα να το αντιμετωπίσω. Κάθισα απέναντί του για ώρα. Δεν κουνήθηκα. Δεν ανέπνευσα. Το πρόσωπό μου στο καθρεφτίσμα ήταν απόλυτα ήρεμο. Ακίνητο. Σιωπηλό.

Μέχρι που τα χείλη του κινήθηκαν.

Δεν ήταν δική μου κίνηση. Δεν ήταν αντανακλαστικό. Ήταν δική του πρωτοβουλία. Και τότε, από το βάθος του γυαλιού, ακούστηκε ένας ψίθυρος. Ήρεμος. Σχεδόν τρυφερός.

«Κουράστηκες. Θέλεις να βγεις εσύ τώρα;»


Ένιωσα το σώμα μου να βαραίνει. Σαν να μην μου ανήκε πια. Το είδωλό μου άρχισε να κινείται ελεύθερα, ενώ εγώ παρέμεινα ακίνητη. Τα μάτια του άστραψαν με μια λάμψη που δεν είχα ξαναδεί. Και τότε κατάλαβα: δεν ήταν ποτέ απλώς καθρέφτης. Ήταν πύλη. Ήταν μνήμη. Ήταν άλλος εαυτός.

Η γιαγιά μου ήξερε. Και μου τον άφησε. Όχι για να τον φυλάξω. Αλλά για να τον κρατήσω μέσα.

Τώρα, εγώ είμαι πίσω από το γυαλί. Και κάθε φορά που περνάει κάποιος μπροστά του, ψιθυρίζω:

«Κουράστηκες. Θέλεις να βγεις εσύ τώρα;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου