Ο Δημήτρης είχε μόλις αλλάξει κινητό. Το παλιό είχε αρχίσει να κολλάει, η κάμερα είχε χαλάσει, και η μπαταρία δεν κρατούσε ούτε μισή μέρα. Πήρε ένα καινούριο μοντέλο, έκανε μεταφορά δεδομένων μέσω cloud, και όλα φάνηκαν να λειτουργούν κανονικά. Επαφές, μηνύματα, εφαρμογές — όλα εκεί.
Μια μέρα, καθώς καθάριζε τον αποθηκευτικό χώρο, βρήκε έναν φάκελο με φωτογραφίες που δεν αναγνώριζε. Ονομαζόταν “DCIM/Restored”. Δεν τον είχε φτιάξει ο ίδιος. Δεν τον θυμόταν καν να υπήρχε στο παλιό κινητό.
Μέσα είχε 43 φωτογραφίες. Οι περισσότερες ήταν θολές, σκοτεινές, τραβηγμένες μέσα σε δωμάτια. Κάποιες έδειχναν το σαλόνι του. Άλλες την κουζίνα. Μία το μπάνιο. Όλες από γωνίες που δεν θυμόταν να έχει φωτογραφήσει ποτέ.
Η πρώτη που τον σταμάτησε ήταν τραβηγμένη από το πάτωμα του σαλονιού. Έδειχνε το τραπέζι του, με ένα φλιτζάνι καφέ πάνω — ίδιο με αυτό που είχε εκείνη την εβδομάδα. Το περίεργο ήταν η γωνία: η κάμερα ήταν σχεδόν στο ύψος του πατώματος, σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί σκόπιμα. Δεν υπήρχε κανένα κινητό στο πάτωμα εκείνη τη μέρα. Το θυμόταν καθαρά.
Η δεύτερη ήταν από την κουζίνα. Τραβηγμένη από μέσα από το ντουλάπι. Κυριολεκτικά. Η πόρτα του ντουλαπιού ήταν μισάνοιχτη, και η φωτογραφία έδειχνε τον νεροχύτη από μέσα. Σαν κάποιος να είχε βάλει το κινητό εκεί και να περίμενε να περάσει μπροστά του. Δεν υπήρχε καν τρόπος να τοποθετηθεί έτσι.
Η τρίτη ήταν από το μπάνιο. Έδειχνε τον καθρέφτη. Ο Δημήτρης δεν ήταν μέσα. Αλλά στο βάθος, πίσω από την πόρτα, φαινόταν μια σκιά. Ψηλή. Στατική. Δεν είχε πρόσωπο. Δεν είχε σχήμα. Μόνο μια μαύρη μάζα που δεν έπρεπε να είναι εκεί. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στις 03:14 π.μ. — ώρα που κοιμόταν.
Η τέταρτη ήταν η πιο καθαρή. Το υπνοδωμάτιο. Τραβηγμένη από την πόρτα, με φλας. Ο Δημήτρης κοιμόταν. Το πρόσωπό του φαινόταν καθαρά. Αλλά δίπλα του, στην άκρη του κρεβατιού, κάποιος καθόταν. Δεν ήταν θολό. Δεν ήταν σκιά. Ήταν άνθρωπος. Με μαύρο φούτερ, κουκούλα, και το κεφάλι γυρισμένο προς την κάμερα. Δεν φαινόταν το πρόσωπο. Αλλά το σώμα ήταν εκεί. Σταθερό. Παρόν.
Η πέμπτη ήταν τραβηγμένη από ψηλά. Από το ταβάνι. Δεν υπήρχε κάμερα εκεί. Δεν υπήρχε τρόπος να τραβηχτεί έτσι. Έδειχνε τον Δημήτρη να κάθεται στον καναπέ, να κοιτάζει το κινητό του. Και να χαμογελάει. Το πρόβλημα ήταν ότι… δεν θυμόταν να έχει χαμογελάσει εκείνη τη μέρα. Δεν θυμόταν καν να κάθεται έτσι. Και τα ρούχα που φορούσε στη φωτογραφία… δεν ήταν δικά του.
Ο Δημήτρης έψαξε τα metadata. Η ημερομηνία λήψης ήταν μετά τις 3:00 π.μ., σε μέρες που κοιμόταν μόνος. Το κινητό ήταν δίπλα του. Δεν είχε εφαρμογές που τραβούν φωτογραφίες αυτόματα. Δεν υπήρχε εξήγηση.
Έσβησε τις φωτογραφίες. Έκανε reset. Άλλαξε κωδικούς. Πήρε άλλο κινητό.
Μια εβδομάδα μετά, καθώς έπινε καφέ, του ήρθε ειδοποίηση: “Νέα φωτογραφία προστέθηκε στο φάκελο Restored.”
Άνοιξε την εφαρμογή. Ήταν το σαλόνι του. Τραβηγμένο από ψηλά. Και στη γωνία, ο ίδιος. Αλλά… φορούσε ρούχα που δεν είχε. Και κοιτούσε προς την κάμερα.
Δεν ήταν selfie. Δεν ήταν καθρέφτης. Ήταν σαν κάποιος να τον είχε φωτογραφήσει από το ταβάνι.
Το βράδυ, καθώς ετοιμαζόταν να κοιμηθεί, το κινητό άναψε μόνο του. Η οθόνη έδειχνε την εφαρμογή φωτογραφιών. Και μια νέα εικόνα είχε προστεθεί. Ήταν το υπνοδωμάτιο. Τραβηγμένο από την πόρτα. Ο Δημήτρης κοιμόταν. Και δίπλα του, κάποιος στεκόταν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου